Η ημικρανία, με βάση πρόσφατα δεδομένα, επηρεάζει έναν στους δέκα ανθρώπους διεθνώς και συγκαταλέγεται, σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, στις 20 κυριότερες αιτίες αναπηρίας παγκοσμίως, καθώς επιφέρει σημαντική οικονομική, κοινωνική και προσωπική επιβάρυνση για τον ασθενή.
Η χρόνια ημικρανία ορίζεται σήμερα ως κεφαλαλγία που εμφανίζεται 15 ή περισσότερες ημέρες το μήνα για διάστημα μεγαλύτερο των 3 μηνών και παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της ημικρανίας για τουλάχιστον 8 ημέρες ανά μήνα.
Σε αντιδιαστολή με την επεισοδιακή ημικρανία, η χρόνια προκαλεί μεγαλύτερη επιβάρυνση στον ασθενή και αυξημένη χρήση των υπηρεσιών υγείας. Οι περισσότερες από τις θεραπείες που εφαρμόζονται για την ημικρανία επικεντρώνονται στη διαχείριση της επεισοδιακής ημικρανίας υψηλής συχνότητας. Παρά τη σημαντική επιβάρυνση των ασθενών με χρόνια ημικρανία, δεν υπάρχουν αρκετές κλινικές δοκιμές σχετικά με τη φαρμακευτική πρόληψη και θεραπεία της, ενώ οι καθιερωμένες θεραπείες συχνά αποδεικνύονται αναποτελεσματικές ή με σημαντικές παρενέργειες.
Όταν οι φαρμακολογικές παρεμβάσεις αποτυγχάνουν, πολλοί ασθενείς καταφεύγουν σε ενέσιμη θεραπεία (Botox), η οποία συνιστά τη μόνη θεραπεία πρόληψης με έγκριση από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ για τη χρόνια ημικρανία. Ωστόσο, οι πιο σοβαρές και επίμονες περιπτώσεις χρόνιας ημικρανίας μπορεί να απαιτήσουν χειρουργική επέμβαση, συμπεριλαμβανομένης της διέγερσης του ινιακού νεύρου ή εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση. Μια μέθοδος που επανεμφανίστηκε πρόσφατα στη θεραπεία της ημικρανίας είναι ο αποκλεισμός του σφηνοϋπερώιου γαγγλίου (sphenopalatine ganglion – SPG). Η μέθοδος αυτή περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Greenfield Sluder, ΩΡΛ ιατρό στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον στο St. Louis το 1908.
Το σφηνοϋπερώιο γάγγλιο είναι ένα παρασυμπαθητικό γάγγλιο μεγέθους μικρότερου των 5 χιλιοστών, που εντοπίζεται μέσα στο κρανίο, στον πτερυγοϋπερώιο βόθρο, στο οπίσθιο τμήμα της μέσης ρινικής κόγχης. Από το σφηνοϋπερώιο γάγγλιο ξεκινούν νευρικές ίνες προς τους δακρυϊκούς αδένες, αδένες της ρινικής κοιλότητας, τους παραρρινίους κόλπους, την υπερώα και τον φάρυγγα. Από το γάγγλιο διέρχονται μεταγαγγλιακές συμπαθητικές ίνες και κεντρομόλοι σωματοαισθητικοί κλάδοι από το άνω γναθιαίο νεύρο. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά του το καθιστούν ιδανικό στόχο για την παρέμβαση στη διαχείριση του πόνου.
Οι μέθοδοι αποκλεισμού του σφηνοϋπερώιου γαγγλίου έχουν εξελιχθεί από την εποχή του Sluder και πλέον ο αποκλεισμός του εφαρμόζεται στη θεραπεία της νευραλγίας του τριδύμου, της ιδιοπαθούς προσωπαλγίας, της οξείας ημικρανίας, της νευραλγίας του έρπητα ζωστήρα που περιλαμβάνει το οφθαλμικό νεύρο και διαφόρων νευραλγιών του προσώπου.

Υπάρχουν πολλές διαθέσιμες μέθοδοι παρέμβασης και αποκλεισμού του σφηνοϋπερώιου γαγγλίου. Οι πλέον διαδεδομένες μέθοδοι με τη χρήση τοπικού αναισθητικού (λιδοκαΐνη ή βουπιβακαΐνη) πραγματοποιούνται με διαρρινική ή διαστοματική προσπέλαση. Κατά τη διαδικασία, ο ασθενής βρίσκεται σε ύπτια θέση. Ακτινοσκοπικά εντοπίζεται η θέση του γαγγλίου (πτερυγοϋπερώιος βόθρος), ώστε μετά από τοπική αναισθησία προωθείται η βελόνα μέσω της οποίας θα γίνει έγχυση του φαρμάκου.
Εκτός από τον αποκλεισμό του σφηνοϋπερώιου γαγγλίου για την αντιμετώπιση της ημικρανίας έχει μελετηθεί και η μέθοδος της νευροδιέγερσης με ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Σε πρόσφατη μελέτη με εφαρμογή νευροδιέγερσης στο σφηνοϋπερώιο γάγγλιο σε ασθενείς με αθροιστική κεφαλαλγία, το 68% εμφάνισε κλινικά σημαντική βελτίωση, το 25% ανακούφιση του πόνου σε ~50% των κρίσεων, ενώ στο 36% η συχνότητα των κρίσεων υποδιπλασιάστηκε.
Η τεχνική της χρήσης ραδιοσυχνότητας στο σφηνοϋπερώιο γάγγλιο έχει επίσης εφαρμοστεί στην αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας, με μελέτες να δείχνουν ικανοποιητικά αποτελέσματα σε ασθενείς και τη μέθοδο να χαρακτηρίζεται αποτελεσματική στην αντιμετώπιση ασθενών με ανθεκτική χρόνια κεφαλαλγία. Κατά τη διαδικασία εφαρμογής ραδιοσυχνότητας στο σφηνοϋπερώιο γάγγλιο εφαρμόζεται η ίδια τεχνική με αυτήν της έγχυσης φαρμάκων που περιγράφηκε με τη διαφορά ότι χρησιμοποιείται ειδική βελόνα και ηλεκτρόδιο που εισάγεται μέσω της βελόνας. Ακολουθεί διέγερση του γαγγλίου με αισθητικό τεστ (με τη βοήθεια γεννήτριας ραδιοσυχνοτήτων) και αφού επιβεβαιωθεί η εντόπισή του, εφαρμόζεται η ραδιοσυχνότητα.